|
ad
|
|
|
|
|
|
|
ΑΓΓΛΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΩΝ
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Greek to English | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω | |||
| English to Greek | A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | N | O | P | Q | R | S | T | U | V | W | X | Y | Z | |
| vocabulary quizzes : English-Greek-English words Eurodicautom : a very good dictionary of all languages of the European Union |
|||||||||||||||||||||||||||
|
--- I ---
|
|
| English | Greek |
| implied condition | συνεπαγόμενος όρος |
| import | εισαγωγή |
| import license | άδεια εισαγωγής |
| import quota | όριο εισαγωγής |
| improvements | βελτιώσεις |
| incapacity | ανικανότητα |
| inception of insurance cover | έναρξη ασφάλισης |
| income | εισόδημα |
| income | έσοδο |
| income tax | φόρος εισοδήματος |
| increase | αύξηση |
| increase in value | υπεραξία |
| increase of risk | επιδείνωση κινδύνου |
| incurred but not reported (IBNR) | αναλογιστικός υπολογισμός μελλοντικών ζημιών |
| incurred losses | ζημιές που συνέβησαν |
| indemnity | αποζημίωση |
| indemnity period | περίοδος αποζημίωσης |
| index | δείκτης |
| index clause | τιμαριθμική ρήτρα |
| indication | ένδειξη (ασφαλίστρου) |
| indirect business | έμμεσες εργασίες |
| indirect loss of damage | αποθεματική ζημιά |
| individual life insurance | ατομική ασφάλεια ζωής |
| individual policy | ατομικό ασφαλιστήριο |
| industrial fire risks insurance | ασφάλιση πυρός βιομηχανικών κινδύνων |
| industrial relations | βιομηχανικές σχέσεις |
| industrial risk | βιομηχανικός κίνδυνος |
| inflation | πληθωρισμός |
| information | πληροφορίες |
| infringement | αθέτηση, παραβίαση |
| in-full premium | ασφάλιστρο κατ΄αποκοπή |
| inherent vice | ενυπάρχον ελάττωμα |
| initial premium | αρχικό ασφάλιστρο |
| inland marine insurance | ασφάλιση χερσαίων μεταφορών |
| inland transport insurance | ασφάλιση μεταφορών εσωτερικού |
| input - output analysis | ανάλυση input-output |
| insolvency | αδυναμία πληρωμής |
| inspection | επιθεώρηση |
| inspector | επιθεωρητής |
| installation | εγκατάσταση |
| instalment | δόση |
| insurability | ασφαλισιμότητα |
| insurable interest | ασφαλίσιμο συμφέρον |
| insurance | ασφάλεια |
| insurance agent | ασφαλιστικός πράκτορας |
| insurance broker | ασφαλειομεσίτης |
| insurance certificate | πιστοποιητικό ασφάλισης |
| insurance company | ασφαλιστική εταιρία |
| insurance contract | ασφαλιστήριο συμβόλαιο, σύμβαση ασφάλισης |
| insurance cover | ασφαλιστική κάλυψη |
| insurance in force | ασφάλιση σε ισχύ |
| insurance interest | ασφαλιστικό συμφέρον |
| insurance law | ασφαλιστικό δίκαιο |
| insurance period | περίοδος ασφάλισης |
| insurance policy | ασφαλιστήριο συμβόλαιο |
| insurance proposal | πρόταση ασφάλισης |
| insurance protection | ασφαλιστική προστασία |
| insurance terms and conditions | όροι ασφάλισης |
| insure | ασφαλίζω |
| insured | ασφαλιζόμενος |
| insured interest | ασφαλιζόμενο αντικείμενο |
| insured peril | καλυπτόμενος κίνδυνος |
| insured value | ασφαλισμένη αξία |
| insurer | ασφαλιστής |
| intangible assets | ασώματες ακινητοποιήσεις |
| interest | τόκος |
| interest on debt | τόκος χρεωστικός |
| interest profit | κέρδος από τόκους |
| interest rate | επιτόκιο |
| interest warrant | εντολή είσπραξης του μερίσματος |
| interest-bearing account | τοκοφόρος λογαριασμός |
| interim dividend | προκαταβολή κερδών |
| intermediary | μεσίτης, μεσολαβών |
| invalidity | ακυρότητα |
| inventory | απογραφή αποθήκης |
| investment | επένδυση |
| investment trust | εταιρία επενδύσεων |
| invisible export | άδηλη εξαγωγή |
| invisible trade balance | ισοζύγιο των άδηλων εγγράφων |
| invoice | τιμολόγιο |
| IOU (I owe you) | εγώ σας οφείλω/αναγνώριση χρέους |
| irredeemables | μη εξαγοράσιμος |
| issuance | έκδοση |
| issue | έκδοση |
| issued capital | προεγγραφέν κεφάλαιο |
| issuing house | εταιρία προώθησης |
ATTENTION : The present dictionary of insurance and financial terms contains more than 1500 terms and was compiled due to our love for our work as loss adjusters. Since we are not linguists or dictionary compilation professionals, we want to make clear that the present must not be considered complete and thus you should also refer to printed dictionaries as well. If at the present dictionary you see an error or a term that is missing, please notify us at once via our communication form or via e-mail.
|
ΠΡΟΣΟΧΗ : Παρακαλούμε να έχετε πάντα υπ'όψη σας ότι η ερμηνεία του Νόμου και οι συσχετισμοί σχετικών Αρθρων του Νόμου και της Νομολογίας αποτελούν κατ' έξοχή γνωστικό αντικείμενο Νομικού Συμβούλου / Δικηγόρου. Θα πρέπει επίσης να έχετε υπ'όψη σας ότι η συνεισφορά ενός εξειδικευμένου Πραγματογνώμονα / Τεχνικού Συμβούλου, είναι πολλές φορές επιτακτική ανάγκη.
|
||||
|
|
||||
Γκλαβόπουλος Χ.Δ. & Σια ΕΕ - Πραγματογνώμονες Βασ.Ολγας 216 (δείτε χάρτη) 551 33 Θεσσαλονίκη τηλ : 2310-424363 fax : 2310-424372 κινητό τηλ. 24ωρης επείγουσας επαφής : 6944-781777 Επικοινωνία μαζί μας εγγραφείτε στο newsletter της εταιρείας μας e-mail : info@glavopoulos.gr Copyright © Γκλαβόπουλος Χ.Δ. & Σια ΕΕ |
Glavopoulos C.D. Associates Inc - Loss Adjusters 216 Vas Olgas Ave (see map) GR-551 33 Thessaloniki Greece, Europe tel : +30-2310424363 fax : +30-2310424372 Emergency 24hour mobile phone : +30-6944781777 Contact Data subscribe to our company newsletter e-mail : info@glavopoulos.gr Copyright © Glavopoulos C.D. Associates Inc |
|||
| λέξεις για αποδελτίωση : δικαστική, δικαστικές, Δικαστική, Δικαστικές, πραγματογνωμοσυνη, πραγματογνωμοσύνη, πραγματογνωμοσύνες, πραγματογνωμοσυνες, πραγματογνωμονες, πραγματογνώμονες, πραγματογνωμων, πραγματογνώμονας, πραγματογνωμονας, πραγματογνώμων, φωτιά, φωτια, κλοπή, κλοπη, τροχαίο, τροχαιο, τροχαία, τροχαια, ατύχημα, ατυχημα, εργατικο, εργατικο, μεταφορά, μεταφορές, ηλεκτρονική απάτη, ηλεκτρονικη απατη, πολιτικές ταραχές, πολιτικες ταραχες, πλημμύρα, πλημμυρα, πυρκαγιά, πυρκαγια, πυρκαιά, πυρκαια, αρχική εστία και αιτία, αρχικη εστια και αιτια, σύγκρουση, συγκρουση, καταστροφή, καταστροφη, καταστροφές, καταστροφές, εκτίμηση αξίας, εμπορική, εκτιμηση αξιας, εμπορικη, κατασκευαστική, κατασκευαστικη, κτιριακά, κτιριακα, κτιριακών, κτιριακων, κτίρια, κτιρια, ζημία, ζημίες, ζημια, ζημιες, αποζημίωση, αποζημιωση, τεχνικός σύμβουλος, τεχνικος συμβουλος, ασφαλιστικές, ασφαλιστικες, ασφαλιστική, ασφαλιστικη | ||||
![]() |
||||